Συμβολίζουν το ελληνικό πολίτευμα, την ελευθερία, τη λαϊκή κυριαρχία. Κτίσματα του λαού, κήρυκες της πολιτικής ιστορίας της χώρας. Ποια είναι όμως τα κτήρια που στέγασαν την κοινοβουλευτική παράδοση της Ελλάδας και ποια η πορεία τους μέσα στο χρόνο;
Μέγαρο της Παλαιάς Βουλής - Ιστορικό Μουσείο: η νεότερη ιστορία της Βουλής στην πρωτεύουσα του νεοσύστατου κράτους, την Αθήνα, ξεκινά πριν από 170 περίπου χρόνια εκεί όπου βρίσκεται σήμερα το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Στη θέση αυτή στις αρχές του 19ου αιώνα, δεσπόζει η οικία του Χιώτη τραπεζίτη Α. Κοντοσταύλου. Το 1834 το ίδιο αυτό οίκημα καθώς και οι τρεις συνεχόμενες οικίες των Αφθονίδου, Βούρου και Μαστρονικόλα αποτελούν την πρώτη κατοικία του βασιλιά Όθωνα.
Το 1835 στο κτήριο προστίθεται μια μεγάλη οκταγωνική αίθουσα, χωρητικότητας διακοσίων και πλέον ατόμων, προκειμένου να χρησιμεύσει ως αίθουσα χορού. Αργότερα, στην αίθουσα εκείνη ο Όθων παρουσιάζεται ενώπιον της Εθνοσυνέλευσης, μετά την Επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου, για να ορκιστεί πλέον ως συνταγματικός μονάρχης της Ελλάδας.Το κτήριο στεγάζει τη Βουλή από το 1843 έως το 1854, οπότε καταστρέφεται ολοσχερώς και μαζί με αυτό και το πολύτιμο αρχείο επιστολών των αγωνιστών του 1821. Οι λειτουργίες της Βουλής και της Γερουσίας φιλοξενούνται σε νέο κτήριο του πανεπιστημίου.
Το 1857 αποφασίζεται η ανέγερση νέου κτηρίου σε σχέδια του Γάλλου αρχιτέκτονα, Francois Boulanger με την προοπτική να περιλαμβάνει δύο αμφιθέατρα για τις συνεδριάσεις της Βουλής και της Γερουσίας. Το νέο κτήριο θεμελιώνεται ένα χρόνο αργότερα στις 15 Αυγούστου από τη βασίλισσα Αμαλία, αλλά λόγω έλλειψης οικονομικών πόρων η οικοδόμηση συνεχίζεται με αρχιτέκτονα τον Παναγιώτη Κάλκο και ολοκληρώνεται τελικά το 1871. Στο μεσοδιάστημα, αμέσως μετά το 1862, κατασκευάζεται μια πρόχειρη, πλινθόκτιστη κατασκευή στο πίσω μέρος της σημερινής πλατείας της Παλαιάς Βουλής. Η "Παράγκα", όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται το κτίσμα εκείνο, στεγάζει για 13 χρόνια τις εργασίες της Βουλής.
Στο νεόκτιστο Μέγαρο του Κάλκου λειτουργεί η ελληνική Βουλή από το 1875 έως το 1932, χρονιά κατά την οποία και το Κοινοβούλιο μεταφέρεται στα παλαιά ανάκτορα.Το κτήριο της Παλαιάς Βουλής πλέον αλλάζει, φιλοξενεί το υπουργείο Δικαιοσύνης, ενώ το 1962 αγκαλιάζει την πλούσια συλλογή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Στις αίθουσές του φιλοξενούνται ιστορικά κειμήλια, προσωπικά αντικείμενα προσώπων που σφράγισαν την ελληνική ιστορία, όπως του Κοραή, του Κολοκοτρώνη, των βασιλέων Όθωνα και Γεωργίου Α', ενώ στον προαύλιο χώρο του δεσπόζει το χάλκινο έργο του Σώχου (1900), ο έφιππος αρχιστράτηγος της Επανάστασης του 1821 Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, αλλά κι οι ανδριάντες των δύο "πολιτικών αντιπάλων", Χαρίλαου Τρικούπη και Θεόδωρου Δηλιγιάννη.
Σύγχρονη Βουλή - παλαιά Ανάκτορα:
Το κτήριο που σήμερα στεγάζει τη Βουλή κατασκευάζεται αρχικά ως ανάκτορο του πρώτου βασιλέα της Ελλάδας, Όθωνα. Τον Ιούλιο του 1834 έρχεται από τη Βαυαρία ο αρχιτέκτονας Leo Von Klenze ο οποίος παρουσιάζει τη δική του πρόταση για το ρυμοτομικό σχεδιασμό της νέας πρωτεύουσας, των 300 οικιών. Για την επιλογή της θέσης οικοδόμησης των ανακτόρων, ο Klenze απορρίπτει σχέδιο του αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη, το οποίο προβλέπει την ανέγερσή τους στη σημερινή Πλατεία Ομονοίας και αντιπροτείνει την τοποθεσία όπου σήμερα βρίσκεται η Πλατεία Ασωμάτων, ώστε να περιλαμβάνεται σε αυτά και ο αρχαιολογικός χώρος του Θησείου. Τελικά, υπερισχύει η άποψη του αρχιτέκτονα Fr. Gaertner, σχεδιαστή, μεταξύ άλλων, των βασιλικών ανακτόρων του Μονάχου κα του Μουσείου Ερμιτάζ της Αγίας Πετρούπολης, ο οποίος επιλέγει τη σημερινή τοποθεσία, κρίνοντάς την ως αποδεσμευμένη από τη μελλοντική ανάπτυξη (!), αλλά και γιατί βρίσκεται σε μεγαλύτερο υψόμετρο από τις κοντινές της θέσεις και έτσι το μεγαλόπρεπο κτίσμα θα φάνταζε πιο επιβλητικό. Τα σχέδια του Gaertner προβλέπουν την επιβλητικότητα των δωρικών κιονοστοιχιών στο εξωτερικό, ενώ για τους εσωτερικούς χώρους επιλέγεται ο ιωνικός ρυθμός.
Η θεμελίωση των ανακτόρων, που αποτέλεσαν και το πρώτο δημόσιο κτήριο της πρωτεύουσας νεοκλασικού ρυθμού, γίνεται σε πανηγυρική ατμόσφαιρα. Ο ίδιος ο Όθωνας τοποθετεί πάνω στη λάσπη επτά χρυσά νομίσματα και μια μαρμάρινη ενεπίγραφη πλάκα "ΓΗ ΜΗΤΕΡ ΔΕΧΟΥ Μ' ΕΥΜΕΝΩΣ ΛΙΘΟΝ ΘΕΜΕΘΛΟΝ ΟΘΩΝΟΣ ΒΑΣΙΛΕΩΣ ΕΝ ΔΟΜΟΙΣ 1834". Η κατασκευή του νέου οικοδομήματος επιβαρύνει το Βασιλικό Ταμείο του Λουδοβίκου, πατέρα του Όθωνα, με 100.000 χρυσές λίρες. Ένα χρέος που εξοφλήθηκε μετά από 36 χρόνια. Από αυτό το κτίσμα, στο οποίο παραμένει η πρώτη βασιλική οικογένεια για είκοσι χρόνια (1842-1862), ο Όθων εγκρίνει την παράδοση του Πρώτου Συντάγματος της Ελλάδος τα ξημερώματα της 3ης Σεπτεμβρίου ι843.
Μετά την εκδίωξη του Όθωνα, οι Έλληνες δέχονται το γιο του βασιλιά της Δανίας, Γεώργιο, ως τον νέο ένοικο των ανακτόρων, ο οποίος και ορκίζεται πίστη στο Νέο Σύνταγμα του 1864.
Τον Ιούλιο του 1884, μια πυρκαγιά καταστρέφει τη βορινή πλευρά των ανακτόρων προκαλώντας τεράστιες ζημιές, παρά τις προσπάθειες των 3.500 στρατιωτών. Ο Chr. Hansen αναλαμβάνει να σχεδιάσει τα νέα ανάκτορα σε νεοκλασικό ρυθμό, στη δυτική πλευρά του Πειραιά, ένα έργο που ποτέ δεν υλοποιείται σε αυτή τη θέση, αλλά τα σχέδια εκείνα αξιοποιούνται στην επισκευή του κατεστραμμένου κτίσματος, με αρχιτέκτονα τον Ernst Ziller.Το 1898 παραδίδεται στο διάδοχο Κωνσταντίνο και τη σύζυγο του Όλγα το επισκευασμένο κτήριο. Μια δεύτερη πυρκαγιά, το βράδυ της 24ης Δεκεμβρίου του 1909, αποτεφρώνει όλο το κεντρικό τμήμα των ανακτόρων. Σε βοήθεια σπεύδουν ρωσικό και αγγλικό άγημα, από τα πολεμικά πλοία που βρίσκονταν προσαραγμένα στο Φάληρο. Το αίτιο εκδήλωσης της καταστροφικής πυρκαγιάς εικάζεται πως προήλθε από τα καντήλια του παρεκκλησίου του Αγίου Ανδρέα, το οποίο και βρισκόταν εντός των ανακτόρων, είτε συνδεόταν με την πρόσφατη εγκατάσταση καλοριφέρ. Λόγω της ακαταλληλότητας του κτηρίου, η βασιλική οικογένεια μεταφέρεται στην εξοχική κατοικία του Τατοΐου.
Με τη Μικρασιατική Καταστροφή στο εγκαταλειμμένο εκείνο κτήριο 30.000 περίπου πρόσφυγες βρίσκουν στέγη, ενώ στον ισόγειο χώρο εγκαθίσταται για ένα χρόνο η Αμερικανική Επιτροπή Αποκατάστασης των Προσφύγων του Ερυθρού Σταυρού.
Το 1929 η κυβέρνηση αποφασίζει να μεταφερθεί τόσο η Βουλή όσο και η Γερουσία από το παλαιό Βουλευτήριο της οδού Σταδίου στο μέγαρο των παλαιών ανακτόρων. Με σχέδια του Ανδρέα Κριεζή έγιναν σημαντικές αλλαγές, χωρίς όμως καμία επέμβαση στην εξωτερική όψη.
Το καλοκαίρι του 1930 ξεκινούν οι εργασίες της μετασκευής του κτηρίου, που ολοκληρώνονται τον Μάιο του 1934. Το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι μηχανικοί είναι όταν κατά τις εκσκαφές προσκρούουν σε υδροφόρο φλέβα, θέμα που αντιμετωπίζεται τελικά με τη διαμόρφωση ενός απορροφητικού αγωγού κατά μήκος της ανατολικής πλευράς. Κατεδαφίζεται επίσης όλο το κεντρικό τμήμα που είχε καταστραφεί από την πυρκαγιά του 1909, ενώ κατά τη διάρκεια των εργασιών κατεδάφισης γίνονται και δύο εργατικά ατυχήματα, το ένα μάλιστα θανατηφόρο. Στη θέση των τριών αιθουσών χορού των ανακτόρων δεσπόζουν τώρα η μεγάλη αίθουσα συνεδριάσεων και η αίθουσα της Γερουσίας, όπου για την παροχή φυσικού φωτισμού η οροφή της καλύπτεται από γυαλί. Τέλος, ανοίγεται στη βορινή πλευρά μία ακόμα είσοδος, προς τον Λυκαβηττό. Στο χώρο του προαυλίου των παλαιών ανακτόρων προστίθεται το Μνημείο του Άγνωστου Στρατιώτη, ένα ανάγλυφο έργο, φιλοτεχνημένο από τον αρχιτέκτονα Λαζαρίδη. Τα αποκαλυπτήρια του μνημείου γιορτάζονται με λαμπρότητα πριν από την αποπεράτωση των έργων στη Νέα πλέον Βουλή, την ημέρα της Εθνικής Εορτής της 25ης Μαρτίου του 1932. Έκτατε αποτελεί το επίκεντρο των εθνικών εορτασμών.
Στο ανακαινισμένο κτήριο πρώτη εγκαθίσταται η Γερουσία στις 2 Αυγούστου του 1934, ενώ η Βουλή μεταφέρεται εκεί ένα χρόνο αργότερα, την 1η Ιουλίου 1935, οπότε αρχίζει τις εργασίες της η Ε' Εθνική Συνέλευση. Από τότε έως σήμερα αποτελεί τη στέγη του κοινοβουλευτισμού, με μια μικρή διακοπή κατά τη διάρκεια της Κατοχής, όταν χρησιμοποιείται για να εξυπηρετήσει δραστηριότητες του υπουργείου Ασφαλείας.
Το σημερινό κτήριο, με κάποιες εξωτερικές και εσωτερικές επισκευές, εξακολουθεί να στέκει μεγαλόπρεπο και να αποτελεί σημείο αναφοράς στο κέντρο της πρωτεύουσας, αντιπροσωπεύοντας τη ζωντανή ιστορία όχι μόνο της πόλης, αλλά κυρίως της πολιτικής ζωής, από την "ελέω Θεού" μοναρχία έως τη δημοκρατία.
ΛΙΝΑ ΔΑΜΑΣΚΟΠΟΥΛΟΥ
